
Όταν έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα ήμουν μόνο 10 χρονών. Τα έκρυβα γρήγορα σε ένα συρτάρι για να μην τα διαβάσει κανείς. Το γράψιμο ήταν για μένα πάντα ένας τρόπος έκφρασης. Αποτύπωνα στο χαρτί γεγονότα που με γέμιζαν χαρά ή λύπη, ό,τι συγκλόνιζε τον εφηβικό μου κόσμο. Και πάντα σύμβουλός μου ήταν η νύχτα.
Κάποια στιγμή με επισκέφθηκε ο έρωτας. Μαζί του χάρηκα, έπεσα στα πατώματα, ούρλιαξα σαν ζώο που ξεψυχά. Ήμουν τσαλακωμένη, αλλά έτοιμη για νέες εξορμήσεις. Και ο φίλος χρόνος συχνά είναι συμπονετικός. Τρέχει, σκουπίζει τα νεανικά δάκρυα, δίνοντας την υπόσχεση πως θα ξανάρθει με έρωτες ακόμη πιο δυνατούς και όμορφους.
Και εγώ σκύβω το μελαγχολικό κεφάλι και συνεχίζω με καινούργιους έρωτες, μυστήριους, άγνωστους, που θα ονειρευτώ για πρώτη φορά για άλλη μία «πρώτη» φορά.
Όμως πάντα θα ονειρεύομαι έναν απροσδόκητο έρωτα που θα με κάνει να φτερουγήσω σαν πουλί. Ακόμα και αν βουλιάξω, για άλλη μία φορά θα ντυθώ όμοια «η άνοιξη» και θα παρλάρω στα 40 μου χρόνια.
Ίσως θα φορέσω το χαμόγελο μιας απελπισμένης κυρίας, θα μιλάω για φευγαλέες εικόνες που δεν θυμάμαι καλά, για θερμά καλοκαίρια και γλάρους που δεν έσκυψαν στο καράβι της ψυχής μου. Κανείς δεν θα μου δίνει σημασία γιατί το κραγιόν που θα ‘χω βάλει στα χείλη μου θα φτάνει μέχρι τη μύτη, ενώ θα κρατάω τους ρεμβασμούς μου για άλλη μία φορά. Συνάμα με χέρια που τρέμουν, εγκλωβισμένη, θα ονειρεύομαι ένα νέο φλογερό έρωτα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, ονειροπαρμένη, θα ζήσω όσα ήθελα με την ελπίδα να προλάβω κάποιον ανεκπλήρωτο έρωτα…
Γιατί όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος», αύριο θα είναι μια άλλη μέρα…





